Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Λέξεις και φράσεις που μαθαίνουμε στον ΕΣ vol.1


  • Πουστόνεο (προφέρεται και πουσhτόνεο): ο νεοσύλλεκτος φαντάρος που αποκαλείται έτσι από παλιότερες συνήθως σειρές. Απαντάται και ως άκλιτο, πχ “όταν έρθουν τα πουστόνεο θα τους τεντώσω το κορμί”

    • Ιδιότητα: πουστονεΐλα και πουστονεότητα: συμπεριφορά που αρμόζει σε πουστόνεο

  • Σειρά: Συντομογραφική και εκλαϊκευμένη μορφή της φράσης Εκπαιδευτική Σειρά Στρατευσίμων Οπλιτών (εφ' εξής ΕΣΣΟ). Χρησιμοποιείται και ως προσφώνηση μεταξύ φαντάρων της ίδιας ΕΣΣΟ, άλλα και γενικότερα, πχ “πού σαι ρε σειρά”

  • Γαμοσείρι: στρατιώτης ο οποίος αντί να προσπαθεί, ως όφειλε, να κάνει το βίο αβίωτο στους πιο νέους από αυτόν στρατιώτες (εφ' εξής πουστόνεα), αντιθέτως, με τις ενέργειές του γαμάει την ίδια του τη σειρά

  • ΚΣ: μονάδα μέτρησης χρόνου. Στον ΕΣ χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των εναπομεινάντων μέχρι την απόλυση ημερών, πχ “32ΚΣ ψαρούκλες, θα σας αφήσω μέσα”

  • Ψαρούκλες ή ψάρια ή ψαράδες ή ψαράκια: αρχαιότερη λέξη σε διάφορες παραλλαγές, συνώνυμη του πουστόνεο

  • Λελέ: ο σχετικός με την απόλυση από τον ΕΣ πχ “όταν θα είμαι στα λελέ μου θα τα πήξω τα πουστόνεα:

    • λελεδόνια: μυθικά πουλιά των οποίων το γλυκό κελάηδισμα μπορεί να ακουστεί μόνο από φαντάρους στα λελέ τους

    • Λελεδιάζω: συμπεριφέρομαι ως αρμόζει σε στρατιώτη που κοντεύει να απολυθεί.

  • Αλτ τις ει: φράση που χρησιμοποιείται στα ελληνο-βαυαρικά σύνορα και εξετάζει την πολυγλωσσία των στρατιωτών

  • Τέντα: λέξη που, όπως και τα παράγωγά της, χρησιμοποιείται για να δηλώσει το επίπεδο πειθαρχίας και επιβολής από ανώτερο του στρατιωτικού κανονισμού στους στρατιώτες, πχ “μας τέντωσε ο λοχαγός, τρεις ώρες μας είχε να φτιάχνουμε τους φακέλους και να τεντώνουμε τις κουβέρτες”

  • Φάκελος και υποφάκελος: Ειδικά επινοημένος και κρυπτογραφικός τρόπος διπλώματος της κουβέρτας του προσκέφαλου, που μόνο μετά από ειδική εκπαίδευση μπορεί κάποιος να επιτύχει. Φημολογείται πως χρησιμεύει ως τρόπος αναγνώρισης αλλότριων ατόμων στο θάλαμο, και είναι συνήθης αιτίας σκατώματος

  • Σκατό: στη φράση “τρώω σκατό”, αυστηρή επίπληξη από ανώτερο

    • ρηματικός τύπος: σκατώνω

  • Φίδι: στρατιώτης ή στέλεχος του ΕΣ που προσπαθεί να αποφύγει την όποια εργασία ή αγγαρεία μπορεί να του ανατεθεί.

    • Φιδιάζω: συμπεριφέρομαι σα φίδι

  • Επ.Οπ.: συντομογραφία του επαγγελματία οπλίτη, κατά κοινή ομολογία τα μεγαλύτερα φίδια του ΕΣ. Οι αξιωματικοί τους θεωρούν βάρος και τροχοπέδη στη διεκπεραίωση των εργασιών τους, ενώ οι φαντάροι, που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την απαράμιλλη έλλειψη λογικής και δυνατότητας συνεννόησης, συνήθως τους αγνοούν και τους αντιμετωπίζουν ως κατώτερούς τους.

  • Απαλεψιά: ψυχολογική κατάσταση στρατιώτη που ελάχιστα απέχει από αίτηση αναβολής

    • διεθνής όρος: unfightability

  • Μπιφτέκι: χρονικό διάστημα μη καθορισμένης διάρκειας και οπωσδήποτε μεγαλύτερο των 5 λεπτών κατά το οποίο καθυστερεί η αλλαγή του εν υπηρεσία στρατιωτη που ως γνωστον “απαγορεύεται να εγκαταλείψει τη θέση του αν δεν αντικατασταθεί”. Χρησιμοποιείται στη φράση “τρώω μπιφτέκι”, αλλα και ως ρήμα: “με μπιφτέκωσε πάλι”

  • Ζωάρα: η ύπαρξη συνθηκών τέτοιων που ευνοούν την καλοπέραση μεμονομένου στρατιώτη ή συνόλου στρατιωτών σε μία μονάδα, συνήθως στη φράση “κάνεις τη ζωάρα σου”

  • Εμπλοκή: κατάσταση μονάδας κατά την οποία η αναλογία του αριθμού των υπηρεσιών προς τον αριθμό των στρατιωτών τείνει στο άπειρο, με αποτέλεσμα ο αριθμός των εξοδούχων να μειώνεται δραματικά, ενώ οι συνεχόμενες ημέρες υπηρεσίας για κάθε στρατιώτη να φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη.